Κακοποιημένες γυναίκες «Μα γιατί δε φεύγουν;»

 

Άρθρο της Φιλιώς Τσουκαλά

abuse-1Δουλεύοντας με γυναίκες που είχαν για χρόνια υποστεί βία στους γάμους τους συχνά έβλεπα να προσπαθούν να δικαιολογηθούν στον εαυτό τους και σε μένα γιατί καθυστέρησαν τόσο πολύ να ζητήσουν βοήθεια, να μιλήσουν για την κακοποίηση, να φύγουν από τη σχέση.

Από την άλλη πλευρά συγγενείς και φίλοι γυναικών που υφίστανται βία από τον σύζυγο ή τον σύντροφό τους τις ενθαρρύνουν να φύγουν, προσπαθούν να τους παρέχουν στήριξη και πληροφόρηση παραπονιούνται ότι αντιμετωπίζουν την αναβλητικότητα των γυναικών, τη δικαιολόγηση του δράστη, την υποτίμηση της κατάστασης. Καταλήγουν συχνά  να απορούν και να θυμώνουν με τις γυναίκες αυτές.

Γιατί λοιπόν οι γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας δυσκολεύονται να φύγουν και ποιος είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος να τους συμπαρασταθεί κανείς;

Καταρχήν δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ενδοοικογενειακή βία έχει σχέση με τα φύλα. Σχεδόν πάντα οι θύτες είναι οι άντρες, σύζυγοι ή σύντροφοι, και θύματα οι γυναίκες και τα παιδιά. Η βία στο σπίτι έχει απολύτως να κάνει με τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων. Οι ισχυροί επιβάλλονται στις αδύναμες. Γι αυτό άλλωστε εκτός από τη σωματική βία υπάρχει σχεδόν πάντοτε λεκτική βία και υποτίμηση, οικονομική εξάρτηση και κοινωνική απομόνωση. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι κορίτσια που μεγαλώνουν σε σπίτια όπου η μητέρα κακοποιείται και υποτιμάται είναι πιθανότερο να βρεθούν σε βίαιες σχέσεις και να υπομείνουν για μεγαλύτερο διάστημα, αφού βαθιά μέσα τους θεωρούν τη βία «κομμάτι της γυναικείας μοίρας». Πως όμως ξεκινά μια βίαιη σχέση;

Είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι συνήθως η σωματική βία δεν εμφανίζεται στην αρχή της σχέσης. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των γυναικών την πρώτη περίοδο κυριαρχεί το πάθος και ίσως κάποιες απόλυτες απόψεις του συντρόφου για τις σχέσεις ή τον ρόλο της γυναίκας. Στη συνέχεια αρχίζει μία συστηματική υποτίμηση της γυναίκας και η ενοχοποίησή της για τις συγκρούσεις που προκύπτουν στο ζευγάρι. Όταν εμφανίζεται η σωματική βία πολλές φορές η γυναίκα ήδη νιώθει υπαίτια για τις εξάρσεις θυμού και πιστεύει ότι αν βελτιωθεί η ίδια μπορεί να αλλάξει η συμπεριφορά του συντρόφου της. Στην πορεία, καθώς η βία επαναλαμβάνεται ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς της γυναίκας, αναπτύσσεται το φαινόμενο της μαθημένης αβοηθησίας (Learned helplessness). Η αίσθηση δηλαδή ότι το θύμα δεν μπορεί να επηρεάσει το αν θα υποστεί βία ή όχι με αποτέλεσμα να παραιτείται από τη σχετική προσπάθεια. Όσο όμως βαθαίνει αυτή η αίσθηση ανημπόριας μέσα στη σχέση τόσο περιορίζεται η αυτοπεποίθηση της γυναίκας και η πίστη ότι θα μπορέσει να τα καταφέρει και μόνη της. Σε αυτό συμβάλλουν και πραγματικοί παράγοντες όπως η οικονομική εξάρτηση και η κοινωνική απομόνωση, στην οποία συνήθως έχουν περιέλθει τα θύματα.

Παράλληλα το θύμα παγιδεύεται στον κύκλο της μεταμέλειας. Μετά από κάθε περιστατικό βίας ο δράστης επιστρέφει μεταμελημένος, τρυφερός κι ερωτευμένος. Ορκίζεται ότι δεν θα το επαναλάβει, προσφέρει δώρα και κατηγορεί τον εαυτό του εξαίροντας την αξία και την υπομονή της γυναίκας. Έτσι αναπτερώνεται κάθε φορά η ελπίδα ότι ο άντρας μπορεί να αλλάξει με φροντίδα και υπομονή. Σταδιακά οι περίοδοι «μέλιτος» περιορίζονται ενώ οι επιθέσεις πυκνώνουν. Στο μεταξύ όμως μπορεί να υπάρχουν ήδη παιδιά, δάνεια και άλλα «δεσμά» που δυσκολεύουν την απεμπλοκή της γυναίκας.

Ας μην ξεχνάμε ότι οι σχέσεις αυτές, που για ένα διάστημα μοιάζουν παθιασμένες και έντονες, δεσμεύουν ένα κομμάτι της ψυχής της γυναίκας. Προκειμένου να διαλύσει τη σχέση θα πρέπει να απομυθοποιήσει και τις καλές της στιγμές, πράγμα οδυνηρό, ιδιαίτερα για γυναίκες που δεν περίμεναν ότι «κάποιος θα τις αγαπήσει με πάθος». Η συνειδητοποίηση ότι αυτή η βίαιη σχέση δεν περιλαμβάνει πραγματική αγάπη έχει τεράστιο ψυχικό κόστος.

Μεγάλος είναι και ο φόβος της οικονομικής ανέχειας, που σε όλο τον πλανήτη μαστίζει περισσότερο τις γυναίκες, και σε περιόδους οικονομικής και κοινωνικής κρίσης αποτελεί μια πραγματική δυσκολία. Για εκείνες που έχουν ζήσει για χρόνια σε κοινωνική απομόνωση και μπορεί πραγματικά να μην έχουν στενές σχέσεις με άλλα πρόσωπα, βαραίνει και ο φόβος της μοναξιάς. Η ενθαρρυντική γειτόνισσα ή ξαδέρφη δεν φαίνονται αρκετή συντροφιά όταν θα χρειαστεί να ζήσουν για πρώτη φορά μόνες. Γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας λένε «Τόσα χρόνια υπέμεινα αυτή την κατάσταση, θυσίασα τα καλά μου χρόνια. Αν φύγω τώρα θα έχω να αντιμετωπίσω και τη μοναξιά στα γεράματα».

Τέλος πολλές γυναίκες φοβούνται τη στιγμή της αντιπαράθεσης. Την οργή δηλαδή του συζύγου ή συντρόφου, όταν θα ανοίξουν την πόρτα να φύγουν. Άλλοτε αυτός ο φόβος σχετίζεται με την πιθανή κλιμάκωση της βίας εκείνη την ώρα και άλλοτε με τον χλευασμό του συζύγου «Σιγά μην τα καταφέρεις, σε δυο μέρες θα γυρίσεις κλαίγοντας, δεν ξέρεις πως είναι εκεί έξω…» που πιστεύουν ότι θα είναι αρκετός για να τις κάνει να παραλύσουν. Πραγματικά δύσκολα όλα αυτά.

Εκείνες όμως που τολμούν!

Εκείνες σχεδόν πάντοτε τα καταφέρνουν, καθώς οι γυναίκες συνήθως είναι εργατικές και πεισματάρες. Έχουν φαντασία και φιλότιμο, πρακτικό νου και κοινωνικές δεξιότητες. Βιώνουν την αίσθηση της ελευθερίας, πολλές φορές για πρώτη φορά. Αποκτούν μια νέα σχέση με τον εαυτό τους, καθώς δε χρειάζεται πια να λένε ψέματα, εξωραΐζοντας την κατάσταση της ζωής τους.

Συχνά ορθώνουν το ανάστημά τους όταν η βία στραφεί στα παιδιά ή σε κάποιον ηλικιωμένο συγγενή ή όταν είναι πια σαφές ότι αργά ή γρήγορα θα κινδυνέψει η ζωή τους.

Τι να κάνουμε όταν μια γυναίκα που γνωρίζουμε κακοποιείται

Από το 2006 υπάρχει και στην Ελλάδα νόμος που ποινικοποιεί την ενδοοικογενειακή βία. Η αστυνομία λοιπόν είναι υποχρεωμένη να λάβει μέτρα αν καταγγείλουμε μία επίθεση. Τα θύματα πρέπει να ξέρουν τα δικαιώματά τους. Ακόμα κι αν δεν είναι έτοιμες να διακόψουν τη σχέση και να κινηθούν νομικά είναι καλό να τις ενθαρρύνουμε να επισημαίνουν το περιστατικό στην αστυνομία ή αν υπάρχουν εμφανή τραύματα να πάνε στο νοσοκομείο και να πουν τον αληθινό τρόπο τραυματισμού. Αυτές οι «επίσημες δηλώσεις» μπορεί να φανούν χρήσιμες αργότερα.

Πολλές φορές όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Μια φίλη ή συγγενής μας εξομολογείται τα περιστατικά βίας αλλά την επόμενη μέρα είναι ενθουσιασμένη με το δώρο του μεταμελημένου συντρόφου της. Συχνά νέοι άνθρωποι βλέπουν τη μητέρα τους να υπομένει τη  βία από τον πατέρα τους και νιώθουν προδομένοι και από τους δύο, καθώς αναλαμβάνουν το χρέος της υπεράσπισης του γονιού θύματος και την τιμωρία του γονιού θύτη σηκώνοντας  τεράστιο ψυχικό βάρος.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι τα παιδιά που ζουν την κακοποίηση της μητέρας τους, κακοποιούνται και τα ίδια. Γι αυτό και όλοι οι οργανισμοί φροντίδας του παιδιού θεωρούν ότι ένα περιβάλλον  όπου η μητέρα κακοποιείται δεν είναι κατάλληλο για το μεγάλωμα υγιών παιδιών.

Στις μέρες μας, που πολλοί άνθρωποι θεωρούν την ενδοοικογενειακή βία έγκλημα και παροτρύνουν τα θύματα να την καταγγείλουν και να φύγουν, η αναβλητικότητα των θυμάτων προκαλεί θυμό και απομάκρυνση. Ειδικά στις νέες γυναίκες που υφίστανται βία για πρώτη φορά πρέπει να γίνει σαφές ότι τα πράγματα ποτέ δεν βελτιώνονται. Η διάλυση της σχέσης πρέπει πάντα να είναι η πρότασή μας μπροστά σε μια τέτοια εξομολόγηση, Είναι όμως σημαντικό να θυμόμαστε ότι αυτή είναι μία σημαντική αλλαγή στη ζωή μίας γυναίκας που συνήθως  έχει ήδη υποστεί πολλαπλούς ψυχικούς τραυματισμούς. Θα χρειαστεί λοιπόν να είναι έτοιμη τουλάχιστον για το πρώτο βήμα. Χρειάζεται να βοηθήσουμε τη γυναίκα να σκεφτεί με ψυχραιμία τις οικιστικές και επαγγελματικές λύσεις που έχει ή που μπορεί να βρει, καθώς και με το κοινωνικό δίκτυο που μπορεί να έχει ή να επανενεργοποιήσει. Πολλές γυναίκες ντρέπονται να αναζητήσουν άτομα από τα οποία απομακρύνθηκαν. Έχοντας μάλιστα υποστεί συνεχή κριτική και υποτίμηση, περιμένουν αντίστοιχη αντιμετώπιση και από τις άλλες σχέσεις τους.  Το κρίσιμο είναι να μην αφήσουμε τη γυναίκα μόνη. Όταν θα χρειαστεί τη βοήθεια μας είναι σημαντικό να είμαστε διαθέσιμοι, ακόμα κι αν θεωρούμε ότι «άργησε να το αποφασίσει».

Τέλος είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τις λίγες δομές που υπάρχουν για την υποστήριξη των γυναικών θυμάτων βίας. Παρότι στην εποχή μας η πολιτεία θεωρεί δευτερεύοντα τέτοια ζητήματα και οι περικοπές των κοινωνικών δαπανών έχουν μειώσει τις αντίστοιχες δομές, η εμπειρία των ειδικών που εργάζονται σε δομές ή μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμες τόσο για τις γυναίκες που θέλουν να αποτινάξουν τη βία, όσο και για τα πρόσωπα του στέκονται δίπλα τους.

Γενική Γραμματεία Ισότητας

Συμβουλευτικό Κέντρο Αθηνών

210 3317305 /  210 3317306

isotita4@isotita.gr

Συμβουλευτικό Κέντρο Πειραιά

210 4129386

isal76pi@isotita.gr

Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης

8001188881

Κατηγορίες : Γυναίκες, Ισότητα, Ψυχοθεραπεία, Ψυχολογία
Ετικέτες : Καμία

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.

*