Τι είναι ο Τραυλισμός;

Τι κοινό λένε πως είχαν οι Μέριλιν Μονρόε, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ και ο Ισαάκ Νεύτωνας; Φυσικά ταλέντο και δόξα, αλλά όχι μόνο αυτά. Και οι τρεις τους ακούγεται πως είχαν εμφανίσει τραυλισμό.

Τον 5ο αιώνα π.Χ. ο Ιπποκράτης περιγράφει λεπτομερώς τα συμπτώματα του τραυλισμού. Λένε πως τραυλισμό είχε και ο ρήτορας Δημοσθένης, ο οποίος εκτός από το να μιλάει με το στόμα γεμάτο βότσαλα προκειμένου να αντιμετωπίσει τις αρθρωτικές του δυσκολίες, περνούσε ώρες σε σκοτεινή σπηλιά αφουγκραζόμενος τη σιωπή ή διάβαζε δύσκολα κείμενα υπό τη συνοδεία του ήχου των κυμάτων. Αυτή ίσως ήταν από τις πρώτες απόπειρες αντιμετώπισης του τραυλισμού.

Τι είναι ο τραυλισμός;

Ο τραυλισμός είναι μια διαταραχή του προφορικού λόγου και συγκεκριμένα είναι μια δυσκολία στη ροή της ομιλίας – στον ρυθμό, τη μελωδία και την ταχύτητά της. Εκδηλώνεται με ασυντόνιστες κινήσεις του μυϊκού συστήματος, της αναπνοής, της φωνής και της άρθρωσης. Συνήθως κάνει την εμφάνισή του στην παιδική ηλικία, μεταξύ 3 και 5 ετών και στο μέγιστο των περιπτώσεων νωρίτερα της συμπλήρωσης των 8 ετών. Είναι συχνότερος στα αγόρια απ’ ότι στα κορίτσια. Επίσης, οικογένεια που έχει άτομο που τραυλίζει έχει αυξημένες πιθανότητες να παρουσιαστεί το ίδιο πρόβλημα και σε άλλα μέλη της.

Βασικά χαρακτηριστικά της ομιλίας στον τραυλισμό είναι οι επαναλήψεις συλλαβών ή ολόκληρων λέξεων, οι επιμηκύνσεις φωνηέντων, οι παύσεις μεταξύ των λέξεων και τα μπλοκαρίσματα.  Τα παραπάνω χαρακτηριστικά μπορεί να συνοδεύονται από κάποια δευτερογενή συμπτώματα όπως κλείσιμο ματιών, τικ, κάλυψη του στόματος, αποφυγή βλεμματικής επαφής.

Τα ψυχολογικά συμπτώματα συσχετίζονται με αρνητικά συναισθήματα όπως είναι ο φόβος για λεκτική επικοινωνία ή αίσθημα ανεπάρκειας, ανασφάλειας και ντροπής. Επίσης συσχετίζονται με συμπεριφορές αποφυγής – το άτομο που τραυλίζει μπορεί να αποφεύγει λέξεις, πρόσωπα ή ακόμη και κοινωνικές εκδηλώσεις που απαιτούν επικοινωνία και συνομιλία.

Που οφείλεται;

Για την εκδήλωση του τραυλισμού οι ειδικοί ενοχοποιούν κληρονομικούς, γλωσσικούς, περιβαλλοντικούς και συναισθηματικούς παράγοντες. Ελλείμματα στη γλωσσική ανάπτυξη, συναισθηματική ανωριμότητα, υπερβολικές απαιτήσεις και πιέσεις του περιβάλλοντος, λανθασμένες αντιδράσεις στην εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων, σημαντικά γεγονότα, όπως ο ερχομός του αδερφού ή το ξεκίνημα του σχολείου, μπορούν να πυροδοτήσουν την εμφάνιση του τραυλισμού.

Υπάρχει θεραπεία;

Για την αντιμετώπιση του τραυλισμού χρειάζεται ένα συστηματικό, εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα το οποίο θα συμπεριλαμβάνει τους γονείς του παιδιού και εκείνους που ασχολούνται με την αγωγή και την κοινωνικοποίησή του. Απαραίτητη θεωρείται η συνεργασία λογοθεραπευτή και ψυχολόγου.  Στόχος του λογοθεραπευτή είναι η εξάλειψη των συμπτωμάτων του τραυλισμού, η βελτίωση της ροής της ομιλίας και της αναπνοής.  Ο ψυχολόγος έχει ως στόχο να ανακαλύψει και να απομονώσει εκείνες τις στρεσογόνες αιτίες που προβληματίζουν το παιδί και μπλοκάρουν την ομιλία του. Η έγκαιρη παρέμβαση  μπορεί να αποτρέψει την εδραίωση και την μονιμοποίηση του τραυλισμού, να λειτουργήσει αποτελεσματικά στη μείωση της έντασης και της συχνότητας εμφάνισης των συμπτωμάτων, στην ελαχιστοποίηση των συνεπειών του τραυλισμού , στην αποτροπή της εξέλιξής του σε πολυπλοκότερα επίπεδα της δυσκολίας και σε θετική στάση στην επικοινωνία.

Πως μπορούν οι γονείς να βοηθήσουν το παιδί τους που τραυλίζει;

Είναι πολύ σημαντικό,  αρχικά,  οι γονείς να γνωρίζουν τι δεν πρέπει να κάνουν προκειμένου να βοηθήσουν το παιδί τους. Έτσι λοιπόν οι γονείς ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ να κοροϊδεύουν, να μιμούνται ή να σχολιάζουν την ομιλία του παιδιού, να το κατακρίνουν ή να εκφράζουν την αποδοκιμασία τους ακόμη και με τη γλώσσα του σώματος. Να μην το διακόπτουν, να μην το πιέζουν να ολοκληρώσει την πρότασή του και να μην ολοκληρώνουν τη πρόταση ή τη λέξη που έχει ξεκινήσει, αλλά να του δίνουν το χρόνο που χρειάζεται προκειμένου να ολοκληρώσει αυτό που θέλει να πει. Να μην του λένε να ηρεμήσει ή να μη βιάζεται, καθώς με αυτόν τον τρόπο αυξάνουν το άγχος του και εντείνουν την δυσκολία του. Τέλος, δεν πρέπει να του δείχνουν με κανέναν τρόπο την αγωνία τους ή τη δυσαρέσκειά τους για τον τρόπο που μιλάει, αλλά να το ακούνε με προσοχή και υπομονή.

Αντιθέτως οι γονείς ΠΡΕΠΕΙ να μιλάνε αργά και καθαρά, χρησιμοποιώντας μικρές προτάσεις ώστε να αποτελούν πρότυπο ήρεμης ομιλίας για το παιδί τους χωρίς άμεσες υποδείξεις. Να αποφεύγουν πολύπλοκες λέξεις και προτάσεις και να φροντίζουν ο λόγος τους να είναι συμβατός με την ικανότητα κατανόησης και έκφρασης του παιδιού τους. Να επικεντρώνουν την προσοχή τους στο τι θέλει να πει το παιδί και όχι στον τρόπο του το λέει, να του δείχνουν ότι το ακούνε με προσοχή και ενδιαφέρον, να προσπαθούν να διατηρούν βλεμματική επαφή μαζί του όταν του μιλούν και να του συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο όταν μιλάει φυσιολογικά και όταν τραυλίζει. Να συζητάνε με το παιδί θέματα που το ενδιαφέρουν, να ζητάνε τη γνώμη του, να το παροτρύνουν να εκφράζει τα συναισθήματά του, να το επαινούν και να το ενθαρρύνουν προκειμένου να αυξάνεται η αυτοεκτίμησή του. Τέλος είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν σταθερά όρια στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού, να μην υπάρχει αντίφαση στους τρόπους διαπαιδαγώγησης στην οικογένεια, να έχει το παιδί ημερήσιο πρόγραμμα (για ύπνο, φαγητό, διάβασμα κλπ.) και χρόνο για παιχνίδι και διασκέδαση.

της Έμμας Έμμα Τερ-Γκεβορκιάν

λογοθεραπεύτριας, μέλος του Συλλόγου Επιστημόνων Λογοπαθολόγων Λογοθεραπευτών Ελλάδος

Πηγή: http://elogotherapeia.wordpress.com

Κατηγορίες : Γονείς, Ισότητα, Λογοθεραπεία, Παιδιά, Ψυχοθεραπεία, Ψυχολογία, Ψυχοσωματικά
Ετικέτες : , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.

*