Το ασυνείδητο χορεύει… σύγχρονο

 

Άρθρο της Ήρας Λαμπίρη

to asyneidito xoreyeiΣτα τέλη του 19ου αιώνα και περισσότερο στις αρχές του 20ου, αρχίζει να εμφανίζεται ο σύγχρονος χορός, σαν αναγκαιότητα έκφρασης μιας κοινωνικής πραγματικότητας πολεμικής και μεταπολεμικής, πραγματικότητας αλλαγών και αναταραχών, όπου οι σκληροί κανόνες, οι νόμοι και η κατευθυνόμενη σωματική έκφραση του μπαλέτου χρειάζεται να μεταλλαχθούν σε κάτι πιο ελεύθερο και δυναμικό, που να μπορεί τόσο να αποδώσει ταυτόχρονα όλα όσα συμβαίνουν, όσο και να επιτρέψει στους χορευτές να απαλλαγούν από τη σκληρότητα της τεχνικής του κλασσικού χορού.

Πολλοί καλλιτέχνες είχαν ζήσει την κόλαση των χαρακωμάτων, των επιθέσεων και των αντεπιθέσεων και πολλοί από αυτούς επέστρεφαν πληγωμένοι σωματικά αλλά και με το νου στοιχειωμένο από τρομακτικές αναμνήσεις. Έτσι έψαχναν εκφραστικούς τρόπους, αφήνοντας την αγωνία τους να μετουσιωθεί σε ένα καμβά, σε ένα χορευτικό κομμάτι, σε ένα ποίημα.  Αναζητούσαν λοιπόν ένα ξεκίνημα με νέους δρόμους: εξπρεσιονισμός.

Η εξπρεσιονιστική τέχνη τείνει προς τη βοή, το ουρλιαχτό, την προσωπική διαπεραστική κραυγή, με την ελπίδα να είναι αρκετά οξεία, ώστε να πέσουν τα τείχη.  Η πρόθεσή της επικεντρώθηκε στο λαϊκό, στο πρωτόγονο.  Αποφασιστικά οι καλλιτέχνες υιοθέτησαν κινήσεις και διαδικασίες σκληρές και χοντροκομμένες: τον κύκλο, τις συμπιέσεις, τις τραχιές επιφάνειες στη ξυλογραφία.  Βία: βία στο χρώμα μέχρι να γίνει διαπεραστικό και ασύμφωνο, βία στη γραμμή καρφωμένη πάνω στο μουσαμά ή στο χαρτί σαν να προκαλεί τη δόνηση της έκστασης.

Ο εξπρεσιονισμός έφτασε και στο χορό, αρχίζοντας από τη Γερμανία, όπου ο κλασσικός χορός δεν είχε κάνει σχολή και δεδομένου ότι στο τέλος του ΧΙΧου αιώνα περνάει κρίση.  Η δεξιοτεχνία μέχρι τελευταίου βαθμού στέρησε το χορό από το συναισθηματικό του περιεχόμενο: η ομορφιά αναζητείται στην κομψότητα της κίνησης, στην καθαρότητα της γραμμής.  Η τεχνική στο πιο ψηλό επίπεδο καταφέρνει αυτή τη μετουσίωση.  Αλλά η τεχνική είναι αυτοσκοπός; Μπορεί μόνη της να εκφράσει όλα τα συναισθήματα, όλες τις συγκινήσεις; Αντίθετα λοιπόν σε αυτή τη στενότητα των απόψεων, αναπτύσσεται η εξπρεσιονιστική τάση.  Το συναίσθημα (η συγκίνηση) είναι μία κατάσταση αυθόρμητης  εκδήλωσης, που πρέπει να μεταφράσουμε με ένα ζωντανό και πειστικό τρόπο.

Όλες αυτές οι καινοτομίες ήταν προάγγελοι του εξπρεσιονιστικού χορού, που δημιούργησε ο Rudolph Von Laban, και που αργότερα τελειοποίησε η Mary Wigman.  Ο δε Kurt Jooss, ήταν ο τελευταίος κρίκος αυτού του ευρωπαϊκού κινήματος του χορού.  Κάθε κίνηση για αυτόν έπρεπε να είχε κάποιο νόημα και να πηγάζει από τα συναισθήματα του χορευτή.

Ο εκφραστικός χορός είχε σαν στόχο να μειώσει κάθε φορμαλισμό και να εκφράσει το συναίσθημα με ανανεωμένα μέσα κάθε φορά.  Ο κάθε χορευτής έπρεπε να αυτοσχεδιάζει το ρόλο του με πρωτότυπη τεχνική και αμεσότητα.  Σίγουρα ζητούσαν από τους χορευτές την ενστικτώδη και άμεση μεταφορά της ιστορίας ή του συναισθήματος σε κίνηση.

Το όραμα των καλλιτεχνών του Μπουχάϊμ λέει : «αφήστε τη Ζωή να συμπορευτεί με την Τέχνη, να γίνει μία αδιαίρετη ενότητα, να ενσωματωθεί με το κοινό, γιατί η Τέχνη αιωρείται στο κενό όταν δεν είναι εδραιωμένη μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο».

Έχοντας δουλέψει αρκετά χρόνια σαν χοροθεραπεύτρια, διαπιστώνω κοινά σημεία ανάμεσα στη χοροθεραπεία και τον σύγχρονο χορό, όπως τον έχω βιώσει τόσο από την προσωπική μου εμπειρία όσο και από τις παραστάσεις που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια. Στις συνεδρίες χοροθεραπείας, στόχος μας είναι να βοηθήσουμε το θεραπευόμενο να εκφράσει τις ενορμήσεις του με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη την αίσθηση της δύναμης, με δημιουργικό τρόπο, χρησιμοποιώντας καθαρές γραμμές, έτσι ώστε να τις αποτυπώνει τρυφερά και τραχιά συνάμα.  Σκοπός μας να εκφρασθεί μέσω της τεχνικής αυτής αυθόρμητα η πυρετώδης συρροή ιδεών και συναισθημάτων.  Τα συναισθήματα αναπαριστώνται ξανά και ξανά στις κινήσεις και ξετυλίγονται ελεύθερα, για να πυκνώσουν πάλι με την κάθε φορά καινούργια εμπειρία και την εντυπωσιακά εκφραστική τους δύναμη.

Δεν θα σταθούμε στις αρχές της Wigman, που τις συναντάμε και στο κίνημα του εξπρεσιονισμού, δηλαδή στην καθετότητα, στις αντιθέσεις, στην αρχή ότι ξεκινάμε από τις κινήσεις «βίωμα», από το πρωταρχικό, το πρωτόγονο, για να καταλήξουμε στη συμβολική αποτελεσματικότητα, που είναι οι αρχές της πρωτόγονης έκφρασης.  Η Mary Wigman λέει πάνω σε αυτό «ο χορός έχει τις ίδιες ρίζες με την ύπαρξη, ο χορευτής καλλιτέχνης κατακλύζεται από την κίνηση της ζωής, της εποχής του και εκφράζει τη συμβολική της εικόνα». Δε θα σταθούμε ούτε στις αρχές του Laban, στη μελέτη της Wigman για το βάρος, το χρόνο και το χώρο, που  είναι οι αρχές της χοροκινητικής, ούτε στους αυτοσχεδιασμούς που επινοούσε ο Laban  για τους μαθητές του, πάνω σε λέξεις ή ποιήματα που έφτιαχναν μόνοι τους.  Θα σταθούμε στο ότι έτσι τους άνοιγε η πόρτα στη μαγεία μιας άγνωστης χώρας και στο ότι έτσι έρχονταν σε επαφή με τα πιο βαθιά τους συναισθήματα. Στη χοροθεραπεία, επηρεαζόμαστε από την καθημερινότητα, από πρωταρχικές κινήσεις επιτυγχάνοντας συνθέσεις που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες μας για εξωτερίκευση των εν δυνάμει επιθυμιών μας. Μέσω της συμβολικής κίνησης, μέσω της οργάνωσης και της τάξης στην κίνηση αφυπνίζουμε το συλλογικό ασυνείδητο. Παλεύουμε λοιπόν να δομήσουμε την ψυχική υγεία μέσω διαρθρωτικών αλλαγών ενώνοντας και παντρεύοντας τα αντίθετα, μετουσιώνοντας τα κακώς κείμενα.  Μέσω των ρυθμικών συσχετισμών και αλληλουχιών, της έκφρασης της ομορφιάς και της υπέρβασης οδηγείται ο θεραπευόμενος στην επίλυση άλυτων λαβυρινθωδών καταστάσεων.

Τα καλά κρυμμένα συναισθήματα στο σώμα θέλουμε να γίνουν χείμαρρος και να αδράξουν μέσω της κίνησης το χώρο, να πλέξουν με το χρόνο και να αποτελέσουν ξύπνημα σε έναν καινούργιο κόσμο, τον κόσμο της ψυχικής ελευθερίας και της ψυχικής ανάτασης.

Λίγο-πολύ όμως έτσι κάπως δεν λειτουργούν και οι χορευτές ή οι χορογράφοι όταν προσπαθούν να χτίσουν ένα καινούριο έργο; Ψάχνουν μέσα τους, στην καθημερινότητα, προσπαθούν να εκφράσουν συναισθήματα, εικόνες, βιώματα μέσα από την κίνηση και την δόμησή της σε ένα χορογραφημένο σχήμα που θα κάνει τόσο τους ίδιους τους χορευτές να νιώσουν μια ψυχική ανάταση χορεύοντάς το, όσο και το κοινό να συμπαρασυρθεί σε συναισθήματα που γίνονται συλλογικά κατά τη διάρκεια της παράστασης.

Και καταλήγω στην σκέψη που με ωθεί να γράψω το συγκεκριμένο κείμενο: βρίσκω εντυπωσιακή την ομοιότητα των κινήσεων των σύγχρονων χορευτών με αυτές των ψυχωσικών και αυτιστικών ενηλίκων με τους οποίους έχω δουλέψει τα τελευταία χρόνια.

Και αναρωτιέμαι: αν ο σύγχρονος χορός ορμάται αντιστοίχως από τις βαθύτερες σκέψεις, ενορμήσεις και συναισθήματα του ανθρώπου, είναι τελικά τόσο κοντά σε ότι πιο πρωτόγονο, αρχετυπικό και αρχαϊκό έχουμε μέσα μας; Γιατί η κινητική έκφραση της ψύχωσης είναι σίγουρα «απαλλαγμένη» από τις οποιεσδήποτε καθωσπρεπικές κινήσεις του (δυτικού) πολιτισμού, είναι παγκοσμιακού χαρακτήρα, και αντικατοπτρίζει ό,τι πιο ενδότερο και «καλά κρυμμένο» βρίσκεται στον καθαρό πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Όταν  μέσα σε μια συνεδρία χοροθεραπείας «καταδύομαι στο σώμα» μ’ αυτή την έννοια, καταδύομαι μέσα στο χώρο όπου παράγονται και στεγάζονται όλα τα επίπεδα της ύπαρξής μου : οι αισθήσεις μου, οι συγκινήσεις μου, τα συναισθήματά μου, οι σκέψεις, οι επιλογές, οι αναμνήσεις μου. Καταδύομαι στο χώρο όπου ενσαρκώνεται όλη η πληροφορία που έχω για τον εαυτό μου και τον κόσμο, αλλά και στο πλήρες όργανο που επεξεργάζεται αυτή την πληροφορία : όχι μόνο στον εγκέφαλό μου, αλλά στον εγκέφαλο έτσι όπως υφίσταται πραγματικά : μέσα στο σώμα, του οποίου αποτελεί πολύτιμο όργανο. Όταν λοιπόν «καταδύομαι στο σώμα» μια μικρή κίνηση μπορεί να προκαλέσει κατακλυσμό συναισθημάτων – σκέψεων – συνδέσεων, μια σκέψη ή συναίσθημα μπορεί να προκαλέσει ένα συνεχές κινήσεων που με τη σειρά τους ανατροφοδοτούν τη σκέψη, η οποία επανατροφοδοτεί το συναίσθημα ταυτόχρονα με την κίνηση και ούτω καθ’ εξής. Το συνεχές αυτό φέρνει μέσα στο χώρο της θεραπείας, δυναμική και πολύμορφη, την παρουσία της Δημιουργικότητας. Μια μορφή δημιουργικότητας που φαίνεται να παράγεται από την κινητοποίηση του «προσωπικού σώματος» εν τω συνόλω. Η δημιουργικότητα είναι πάντα παρούσα στη θεραπεία: το ίδιο όμως δε συμβαίνει και σε έναν χορευτικό αυτοσχεδιασμό, είτε αυτός μπορεί να καταλήξει σε χορογραφία που θα παρουσιαστεί σαν έργο επί σκηνής, είτε είναι απλά μια στιγμή μέσα σε ένα μάθημα χορού ή προσωπικής δουλειάς;to asyneidito xoreyei2

Μέσα σε μια χοροθεραπευτική διαδικασία καλούμαστε να βιώσουμε την ενεργοποίηση και την κινητοποίηση τρισδιάστατα, προς πολλές και διάφορες διαδοχικά κατευθύνσεις, με διαφορετικές ποιότητες και ταχύτητες, διαφορετική ροή, ανοίγοντας, κλείνοντας, σε στάση ή σε κίνηση, σπρώχνοντας ή τραβώντας κ.ο.κ.. Η κίνηση, ορατή και συγκεκριμένη, διακρίνεται σαφώς μέσα στο χοροθεραπευτικό πλαίσιο από το συναίσθημα ή τη σκέψη που διακινείται. Η πληροφορία όμως που αξιοποιείται θεραπευτικά δεν είναι το συναίσθημα, ή η σκέψη, ή η κίνηση, αλλά η κίνηση σε σχέση με το συναίσθημα και τη σκέψη που τη συνοδεύουν. Η πληροφορία δηλαδή αντλείται μέσα από μια διαδικασία η οποία ταυτόχρονα διακρίνει και συνθέτει δύο τουλάχιστον διαφορετικά επίπεδα.

Σύμφωνα με τον Koestler η σύνδεση μεταξύ δύο διαφορετικών πλαισίων αναφοράς (αμφισύνδεση) αποτελεί εκκλυτικό παράγοντα δημιουργικών λύσεων . Δυο «διαφορετικά» πλαίσια αναφοράς συνδέονται εξ αρχής στη χοροθεραπεία καθώς τα ψυχικά και γνωστικά δρώμενα συνδέονται με τη σωματική αίσθηση και κίνηση. Το Σώμα και ο Νούς παράγει το ένα το άλλο και τα δυο μαζί στη χοροθεραπευτική διαδικασία παράγουν δημιουργικότητα. Χορεύοντας μέσα σε μια τρισδιάστατη συστημική πυραμίδα βρίσκω στη βάση της ένα Νοήμον Σώμα και στην κορυφή της έναν Ενσώματο Νου καθώς, μέσα από τις συνεχείς αναδράσεις, τα επίπεδα μοιάζουν να συνδέονται.

Ο Φρόυντ είπε «το Εγώ είναι πάνω απ’ όλα μια σωματική ενότητα, όχι μόνο μια ενότητα επιφάνειας, αλλά και μία ενότητα που ανταποκρίνεται στην προβολή της επιφάνειας». Η σκέψη του Winnicott αντίστοιχα, για τους δεσμούς σώματος και ψυχισμού εκκινεί από την ιδέα ότι η ανθρώπινη φύση είναι ένα συνεχές, μία ολότητα.

Όμως για τα άτομα στα οποία οι δεσμοί του ψυχισμού τους καθίστανται ανούσιοι και αδύναμοι βασιζόμενοι σε ναρκισσιστικές ταυτότητες και τραυματικές επαναλήψεις, χωρίς βάθος και πολυπλοκότητα νοημάτων και συνδέσεων, η ολότητα μοιάζει ανύπαρκτη. Οι ψυχωσικοί ασθενείς που πάσχουν κατά κύριο λόγο από την εικόνα του κατακερματισμένου σώματος, της αποπροσωποποίησης και από αίσθημα κενού βιώνουν έντονο άγχος και διαταραχή της πραγματικότητας. Η κατακερματισμένη εικόνα και τα άγχη που συσχετίζονται με το σώμα του ψυχωσικού μπορούν να αναχθούν στις εγγραφές του υποκειμένου κατά το στάδιο του καθρέφτη. Σύμφωνα με την Πιέρα Ολανιέ, ο σχιζοφρενής συνάντησε την αδυναμία της μητέρας του να τον αναγνωρίσει σαν μια οντότητα ξέχωρη από την ίδια. Ξαναδιαβάζοντας την ανάλυση του λακανικού σταδίου του καθρέφτη σύμφωνα με το οποίο η αναγνώριση του υποκειμένου περνάει μέσα από την αναγνώριση του Άλλου, γράφει: αυτό που ο ψυχωσικός βλέπει μέσα στον καθρέφτη τον παγώνει για πάντα από φόβο. Γιατί αυτό που του εμφανίζεται είναι αυτό που στην ιστορία του έχει αντικαταστήσει το «φανταστικό σώμα»: είναι το σώμα του έτσι όπως στην πραγματικότητα το βλέπει ο Άλλος, ένα συνονθύλευμα από μύες που στέκονται μαζί και συνδέονται με χέρια που τον φυλακίζουν ή από το όργανο που τον περιβάλλει: αυτό που εμφανίζεται στον καθρέφτη είναι εκείνος συν τον Άλλο, που είναι το μέσον του ευνουχισμού του, ενώ ο ίδιος ο ψυχωσικός γίνεται ο τόπος στον οποίο λαμβάνει χώρα αυτός ο ευνουχισμός.»

Αν όμως, μέσα από το χορό, οι ψυχωσικοί βρίσκουν μια διέξοδο για να συμβολοποιήσουν τη σωματική και ψυχική εμπειρία τους, τότε θα πρέπει να είναι ακόμα πιο σημαντικό αυτό που συμβαίνει για τους σύγχρονους χορευτές, που χρησιμοποιούν κατεξοχήν το σώμα τους για να εκφράσουν αυτά που νιώθουν ή αυτά που θέλουν να πουν.

Για παράδειγμα, στο έργο του In Out Of Context,ο σκηνοθέτης Alain Platel ψάχνει για μια γλώσσα σωματική της κίνησης που να συνδέεται με το ασυνείδητο, το τυχαίο και το αναξέλεγκτο. Το κινησιολογικό υλικό του καλύπτει όλο το φάσμα από τη δυσκινησία έως τη δυστονία, με άλλα λόγια, σπασμοί, βαιότητα, τικ. Αυτά μπορεί να είναι πολύ μικρές κινήσεις, μουρμουρητά ή τριξίματα δοντιών, ανοιγόκλεισμα ματιών, παιχνίδια με τη γλώσσα, συνωφρυώματα, γκριμάτσες, κίνηση στα ακροδάχτυλα, πετάρισμα γοφών ή περίναιου, ανεβοκατέβασμα του διαφράγματος και της κοιλιάς, απώλεια ισορροπίας, πέσιμο στο πάτωμα και διάφορα αστεία περπατήματα. Μικρά τικ συχνά ακολουθούνται από μεγάλες κινήσεις. Πάντα νευρικά, ακατάπαυστα, και χωρίς καμία ηρεμία. Αυτή είναι η περιγραφή που δίνει η δραματουργός Hildegard De Vuyst, περιγραφή που αν διαβαζόταν από ένα ψυχολόγο θα παρέπεμπε κατευθείαν στην κινησιολογία ενός αυτιστικού ή ενός ψυχωσικού ατόμου, ενώ αν διαβαστεί από ένα σκηνοθέτη ή ένα χορευτή, παραπέμπει σε κινησιολογικά πειράματα για να στηθεί ένα έργο σύγχρονου χορού

Ο  Platel γι’αυτή του την παράσταση χρησιμοποίησε επαγγελματίες χορευτές. Και ενώ δεν ενδιαφέρεται τόσο για το ασυνείδητο, όσο για την ένταση που δημιουργείται ανάμεσα στις ανεξέλεγκτες (δηλαδή τις μη καθορισμένες) κινήσεις και την παραδοσιακή χορογράφηση,  καταλήγει να δημιουργείται ένα «ανάμεσα» στο ασυνείδητο και το υπερσυνειδητό και το οποίο ανοίγει έναν ενδιαφέροντα δρόμο τόσο για τους χορευτές του όσο και για το σκηνοθέτη. Ψυχαναλυτικά όμως, αυτό ακριβώς το «ανάμεσα», επειδή είναι άγνωστο και προς ανακάλυψη, δεν μπορεί παρά να παραπέμπει στο ψυχαναλυτικό Ασυνείδητο, εκεί όπου εδράζονται οι ενορμήσεις μας, οι ενδότερες φαντασιώσεις και σκέψεις και οι οποίες  λόγω  της αδυναμίας τους να γίνουν λόγος, βρίσκουν όταν τους δοθεί η ευκαιρία τρόπο έκφρασης στο σώμα. Και αυτό ακριβώς είναι που αξιοποιείται σε συνεδρίες χοροθεραπείας με αυτιστικούς ή ψυχωσικούς ασθενείς, αυτό το «ανάμεσα» που εκφράζεται σωματικά, και που ο θεραπευτής ίσως καταφέρει να κάνει Λόγο, που θα συμβολοποιηθεί και θα περάσει στο Συνειδητό.

Ο ίδιος ο Πλατέλ χρησιμοποίησε το σύνδρομο Τουρέτ για να εμπνευστεί την παράσταση La Tristeza Complice (1995). Τελικά, χρησιμοποιεί ως έμπνευση τις παλαιότερες εμπειρίες του από την εποχή που εργαζόταν με ανθρώπους με ειδικές ανάγκες και με παιδιά που παρουσίαζαν ψυχοκινητικές δυσκολίες. Τότε ήταν που ανακάλυψε την ομορφιά του δύσμορφου και τη συναισθηματική δύναμη της παραμόρφωσης.

Οι ερωτήσεις που ανακύπτουν και που θα ήθελα να θέσω ως θέματα για συζήτηση ή τροφή για σκέψη, δεν είναι φυσικά αν οι χορευτές είναι ψυχωσικοί ή αυτιστικοί. Είναι πολύ περισσότερο το αν η κίνηση εδράζεται τόσο έντονα -όσο φαντάζει στη δική μου σκέψη- στον ανθρώπινο πόνο, την έλλειψη και την απουσία (τόσο φυσική όσο και απουσία σύνδεσης συναισθημάτων και έκφρασης). Εάν αυτό ισχύει, τότε  ο σύγχρονος χορός συνηχεί με μια βουτιά στα πιο σκοτεινά σημεία της ανθρώπινης ύπαρξης, των παιδικών μας χρόνων και της προϊστορίας (και μόνο υπ’αυτή την έννοια συνδέεται με την ψύχωση, αφού αυτή λόγω έλλειψης ορίων με τον «λογικό» κόσμο αποτελεί σαν παθολογία ό,τι πιο αρχαϊκό). Εάν αυτό ισχύει, τότε  ο σύγχρονος χορός συνηχεί με μια βουτιά στα πιο σκοτεινά σημεία της ανθρώπινης ύπαρξης, των παιδικών μας χρόνων και της προϊστορίας (και μόνο υπ’ αυτή την έννοια συνδέεται με την ψύχωση, που λόγω έλλειψης ορίων με τον «λογικό» κόσμο αποτελεί σαν παθολογία ό,τι πιο αρχαϊκό). Σύμφωνα με αυτό, μπορεί να εκφράσει ένα «ανάμεσα», που αποδίδει την αρμονία της δυϊκότητας της ομορφιάς και της ασχήμιας, του καλού και του κακού, του εγώ και του εσύ, του ατομικού και του κοινωνικού. Ο σύγχρονος χορός, καταφέρνει να μεταβολίσει λοιπόν πανανθρώπινα τραύματα, που λίγο ως πολύ έχουμε όλοι μας βιώσει. Όπως και τα παραμύθια, εκφράζει με έναν συμβολοποιημένο λόγο-εικόνα, τις απωθήσεις της παιδικής μας ηλικίας, ή αλλιώς αυτό που στη μεγάλη του ένταση έγινε ψύχωση και πλήρης αποδόμηση. Ψάχνοντας την συνθήκη υπό την οποία όλα  μπορούν να γίνουν ρευστά, ο χορός μπορεί να μετατραπεί σε ένα είδος τελετουργικού που αναζητά μέσα στους ανθρώπους το απόσταγμα της ύπαρξης –αυτής που όλοι ψάχνουμε για να ταυτοποιήσουμε τον εαυτό μας.

σημείωση: οι φωτογραφίες είναι από την παράσταση «Απάθεια», που χορογράφησε η Άρτεμις Λαμπίρη

Κατηγορίες : Εργασία, Ψυχολογία
Ετικέτες : , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.

*